Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Δημοσίευση του Ε. Αρανίτση (από την Ελευθεροτυπία το 1995)


ΕΡΩΤΑΣ

Του Ευγένιου Αρανίτση

Όλα τα βιβλία με θέμα των Έρωτα που έτυχε να διαβάσω, εξαιρουμένων εκείνων που εξειδικεύονται στο μελόδραμα, αντιμετωπίζουν το αντικείμενο τους σαν ένα παιχνίδι συναναστροφής ή σαν μια από τις καλές τέχνες ή σαν μια έξυπνη παντομίμα στην οποία θα έπρεπε να προστεθεί μια νότα φινέτσας ή εκκεντρικότητας. Γενικά εδώ λαμβάνεται υπόψη μόνο μια νίκη της μορφής πάνω στο περιεχόμενο. Οι συγγραφείς αυτών των βιβλίων του Οβιδίου συμπεριλαμβανομένου υποπτεύθηκαν κατά κάποιο τρόπο ότι ο Έρωτας είναι μια αντεστραμμένη εικόνα του θανάτου και ότι παραδόξως αυτό το βίωμα είναι προορισμένο να πεθάνει. Όμως το μόνο που έκαναν για να αξιοποιήσουν ένα τόσο ανησυχητικό συμπέρασμα ήταν η νηφάλια προσπάθεια να δώσουν στον έρωτα μια παράταση ζωής λες και ο θνησιγενής χαρακτήρας του ήταν ένα λάθος της φύσης που θα μπορούσε να διορθωθεί με τη σωστή συσκευασία των αρωμάτων.

Όλα αυτά σε τελευταία ανάλυση είναι πολύ βαρετά αν πιστέψουμε ότι ο έρωτας δεν είναι τρόπος ζωής αλλά η απάντηση σε κάποιο ερώτημα. Όσο δεν απαντάμε σ’ αυτό το ερώτημα διαιωνίζεται το είδος του έρωτα που καταλήγει σε γαμήλια πανωλεθρία κι εκείνο το άλλο που σε παρασέρνει στο να μην ξέρεις με ποιον ή με ποιους είσαι ερωτευμένος και πότε ακριβώς σου συνέβη αυτό. 

Υπάρχουν εξαιρέσεις. Το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά με τον υπερβολικά σεμνό τίτλο «Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων» περιέχει σε 160 σελίδες το πιο ενδιαφέρον κείμενο για τον έρωτα που διάβασα ποτέ. Το πιο απλό, το πιο σύνθετο, το πιο πλήρες και το πιο ειλικρινές. Με δυο λόγια το πιο ωραίο. Τώρα αν με ρωτήσετε τι είδους ακριβώς είναι αυτή η ομορφιά θα σας πω. Ομορφιά του νοήματος. Το νόημα είναι τελικά το τελευταίο λογοτεχνικό είδος. Όλα τα άλλα είναι λέξεις και κατευθύνονται προς το θάνατο γιατί σημαίνουν κάθε μέρα κάτι διαφορετικό. Λέγοντας νόημα εννοώ φυσικά το βίωμα. Δεν μετράει ο τρόπος που εκφέρεται αυτό το βίωμα και η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι φανατικός θαυμαστής της αντίληψης του Γιανναρά για το πώς πρέπει να χρησιμοποιείται η γλώσσα σε ένα δοκίμιο η δε αντιπάθεια του συγγραφέα για το τρίτο πρόσωπο του ρήματος είμαι δε μου φαίνεται ικανή να βελτιώσει την ποίηση του κειμένου, ακόμα κι αν απ’ αυτό το κείμενο αναδύεται το θυμίαμα μιας προσευχής ή μιας επίκλησης.

Αντίθετα, εκείνο που ενδιαφέρει είναι η δύναμη της πραγματικότητας αν ο έρωτας είναι στ’ αλήθεια θεία χάρις κι αν στ’ αλήθεια συμπίπτει μ’ εκείνη τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος πλησιάζει όσο ποτέ άλλοτε να λύσει το αίνιγμα του θανάτου καταργώντας το παιχνίδι των ψευδαισθήσεων και αγγίζοντας την ουσία. Τότε ο Θεός δεν είναι μικρός σαν την κοινή λογική όπως πιστεύουν οι Αμερικάνοι. Κι ένας έλληνας αναγνώστης ανοιχτός σε προκλήσεις μπορεί να νιώσει ότι το εγώ του είναι απλούστατα μέχρι τώρα μια πανοπλία τόσο βαριά ώστε να μην μπορεί να σύρει τα πόδια του πέρα από την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Αυτή την αίσθηση του βάρους μπροστά σ’ ένα τέτοιο κείμενο θα μπορούσε να τη μετατρέψει σε μάθημα. Αλλά το εγώ διαβρωμένο από τις συνήθειες της φύσης και αμέτοχο στις εκπλήξεις της ζωής φροντίζει πάντα να είναι τυφλό. Ώστε να μην έλθει αντιμέτωπο με τη διαπίστωση ότι έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Κι ας νομίζει ότι ζει. Τελικά, η ύπαρξη του Άλλου στον κόσμο ίσως δεν είναι παρά ένα καθρέφτισμα, μια απρόβλεπτη δυνατότητα αφύπνισης του εγώ. Η υπόμνηση ότι όλοι ερχόμαστε από την περιοχή κάποιου άδηλου μυστηρίου κι ότι η αγάπη είναι απλώς ένας τρόπος, ο ιδεώδης, να αντιληφθείς ότι υπάρχεις γεγονός που σημαίνει άλλωστε ότι μια τέτοια ύπαρξη είναι επίτευγμα δυνάμεων ανώτερων από τις δικές σου. Μπορεί κανείς με τον έρωτα να απαντήσει σε κάποιο υπαρξιακό ή οντολογικό ερώτημα; Αυτή είναι ίσως η ανησυχία εξαιτίας της οποίας το ένα σώμα νεύει στο άλλο. Στη θεωρία του Γιανναρά για τον έρωτα ο θάνατος βρίσκει τη θέση που του αξίζει. Ο θάνατος είναι μια αντίφαση απαραίτητος μόνο και μόνο για να μάθουμε κάτι, κάτι σχετικά με το πώς οργανώνεται η φύση. Ο έρωτας υπάρχει για να ζήσουμε να νικήσουμε το παράδοξο αυτής της γνώσης. Είναι μια μικρή αντανάκλαση μιας ισχυρότερης λατρείας, στο βάθος της οποίας γεννιέται ο ίλιγγος της εγκατάλειψης στον ένα και μοναδικό έρωτα που είναι η αγάπη για το Θεό.

Ποιος θα βρεθεί να πει αν σ’ όλα αυτά υπάρχει κάποιο δίδαγμα. Αν είναι έτσι, τότε ο έρωτας νικάει το θάνατο. Ναι αλλά ποιος έρωτας. Αυτός που αγγίζει στη διάρκεια μιας νύχτας την τελειότητα κι έτσι συγκρατεί μέσα του έναν αντίλαλο θεϊκής παρουσίας; Ή αυτός που πεθαίνει κάτω από αλλεπάλληλα στρώματα νεκρών κυττάρων που το καθένα υπήρξε μια δυνατότητα ζωής. Είναι παράξενο μαθαίνεις πολλά για το θάνατο επειδή τον εξουδετερώνεις από έναν έρωτα που ζει, ενώ από έναν έρωτα που πεθαίνει δε μαθαίνεις τίποτα για το θάνατο μόνο εξοικειώνεσαι μαζί του. Είναι ένα κόλπο της ζωής ο έρωτας. Για να ξυπνάει το σώμα από το λήθαργο των συνηθειών και να το παροτρύνει να σκέφτεται ότι οφείλει να διαλέξει ανάμεσα στο Θεό και το θάνατο. Δηλαδή ανάμεσα στη ζωή και τη φύση. Μια αυταπάτη τελικά. Κάτι που επιθυμούμε να διαρκέσει ακριβώς επειδή ξέρουμε ότι φέρνει μέσα του το σπόρο της φθοράς.

Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου εκείνη την πολύ αβέβαιη στιγμή όταν αναθεωρείς ή ταξινομείς τις εντυπώσεις σου, είχα την αίσθηση ότι κάτι έλειπε από το τετράγωνο έρωτας, θάνατος, φύση, ζωή. Ένα ερώτημα δεν απαντιέται: πως μπορεί κανείς να αγαπήσει αληθινά. Που βρίσκονται οι άνθρωποι. Εσείς, εγώ ο καθένας, σε σχέση με όλα αυτά. Πόσο επικίνδυνη είναι η άβυσσος του να μην αντιλαμβάνεσαι την ποιότητα μιας αλήθειας παρότι ακούς τον ήχο της. Πού πρέπει να στέκεται το αληθινό πρόσωπο για να δει το θαύμα; Θυμήθηκα τότε την άποψη πως όταν ο Ιησούς έλεγε αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν δεν δίδασκε καθόλου κάποιο μαζοχισμό όπως πίστεψαν χιλιάδες άνθρωποι. Ούτε πρότεινε να γίνουμε εκτελεστικά όργανα των αναγκών του διπλανού. Μόνο υπενθύμιζε πολύ απλά ότι θα έπρεπε κανείς να μάθει να αγαπάει τον εαυτό του μέσα από την κατανόηση των άλλων.

Ο Άλλος είναι στην κυριολεξία η τέλεια μέθοδος για να πετύχει κανείς να μάθει ποιος είναι ο ίδιος. Ταυτόχρονα ο άλλος είναι μια πλάνη, μια οφθαλμαπάτη, ένα τέχνασμα της φύσης, των κύκλων του θανάτου ενάντια στη ζωή. Ποιον από τους δύο θα μπορέσει να διαλέξει κανείς. Με ποιον από τους δύο τρόπους θα αγαπήσει. Αγαπάμε όλοι με τον τρόπο του θανάτου, ακόμη και την ίδια τη λογοτεχνία. Με τον τρόπο που μας οδηγεί να δεχόμαστε απαντήσεις από το εγώ το οποίο μιλάει με τη φωνή της αρρώστειας. Ο φόβος του θανάτου μας υποχρεώνει να συμφιλιωνόμαστε μ’ αυτόν, με τον θάνατο. Να τον εξαπατάμε, να μιμούμαστε το ύφος του, που είναι η παγίωση, η απόλυτη απουσία έκπληξης και αλλαγής. Να τον παρακαλούμε να μας λυπηθεί χωρίς αποτέλεσμα. Ενώ δεν δείχνουμε πρόθεση να τον νικήσουμε. Αυτή ήταν η πτώση των πρωτοπλάστων. Το δέος μπροστά στο αίμα του Χριστού είναι ο απόηχος της τελευταίας ελπίδας του ανθρώπου να ερωτευτεί πραγματικά. Από έναν τέτοιο υπαινιγμό ξεκινάει ο Γιανναράς το βιβλίο του και συνεπώς θα πρέπει κανείς να δει στο φως της επιθυμίας για περιπέτειες της εσωτερικής ζωής κι όχι με τα μέσα κάποια περιστασιακής διανοητικής επάρκειας. Ο καθένας μπορεί ν’ ακούσει ή όχι. Γι’ αυτό και στην περίπτωση που κάποιος με ρωτούσε αν και κατά πόσο πρόκειται για ένα ενδιαφέρον βιβλίο, το σωστό θα ήταν να του απαντήσω σαν βουδιστής. Εξαρτάται από το κάρμα σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου