Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Σχέση ανθρώπου - τοπίου

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από την έκθεση των: Βαγγέλη Παυλή, Υποψήφιο Διδάκτορα Τμήματος Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και της Θεανώς Τερκενλή Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο ίδιο Τμήμα. Συντάχθηκε με σκοπό να γνωμοδοτήσει για την επικείμενη επένδυση της εταιρείας ΡΟΚΑΣ στα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Το συνιστώ ένθερμα όχι για να επιβληθεί ένα όχι στην επένδυση, αλλά γιατί εμπεριέχει βασικές γνωσιακές συνιστώσες που θα έπρεπε να διαθέτει κάθε άνθρωπος προκειμένου να μπορεί να φέρει την ανθρώπινη ιδιότητά του.

* * *


Η οπτική/ αναπαραστατική διάσταση του τοπίου έχει να κάνει με τη δημιουργία και την πρόληψη του τοπίου ως πραγματική, φανταστική η συμβολική εικόνα/ θέαμα/ παράσταση του χώρου από τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Άρα, το τοπίο συγκροτείται μέσα από την εκάστοτε σχέση τοπίου και παρατηρητή, σχέση η οποία εκδηλώνεται ενίοτε ως συμβολικότητα, πνευματικότητα ή ως (συν)αισθηματικότητα. Μέσα από την σχέση αυτή, το άτομο επανατοποθετείται σε ένα επαναπροσδιοριζόμενο κόσμο,τόσο υλικό όσο και συμβολικό, τόσο υποκειμενικό
όσο και αντικειμενικό(Τερκενλή, 2005). Η εν λόγω επένδυση επηρεάζει άμεσα αυτές
τις διαστάσεις του τοπίου και στα τρία νησιά, καθότι, μέσω της διάνοιξης πολλών
νέων χωμάτινων οδών, των εκσκαφών εκατοντάδων χιλιομέτρων, της διαμόρφωσης
εκατοντάδων πλατειών μεγάλων διαστάσεων, κλπ., τα οποία θα διασχίσουν
κορυφογραμμές, βουνά, λόφους και πεδιάδες, θα μεταβληθεί τόσο η μορφή όσο και η
σύνθεση των εδαφικών σχηματισμών (γεωμορφών). (βλ. Πικιώνης http://ioniahios.blogspot.com/2012/03/1954.html) Στην προκειμένη περίπτωση, οι
μεταβολές αυτές δεν είναι αμελητέες−αντίθετα, αναμένεται να επηρεάσουν καίρια
την ίδια την αντίληψη του ανθρώπου για το περιβάλλον/ τοπίο του, αλλά και τη σχέση του με το χώρο/ τοπίο.




 
Μια άλλη διάσταση του νησιωτικού τοπίου που πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη είναι η λειτουργική, καθώς πολλές και διαφορετικές λειτουργίες, διαφορετικά είδη και μορφές παραγωγής,κατοικίας, αναψυχής, υποδομών, διαχείρισης της φύσης, βλάστησης και κατανομής χερσαίων και υδατικών οικοσυστημάτων, καθώς και πολιτισμικής κληρονομιάς,μπορεί να συγκεντρώνονται σε ένα και το αυτό σύστημα χρήσης γης, σε ένα και το αυτό τοπίο. Όταν, λοιπόν, προστίθενται νέες λειτουργίες σε ένα τοπίο, θα πρέπει αυτό να γίνεται στη βάση της αρμονικής συνύπαρξης όλων των λειτουργιών του−τωρινών και παλαιότερων. Στην προκειμένη περίπτωση, η εγκατάσταση Α/Π στο Βόρειο Αιγαίο θα επηρεάσει το σύνολο των λειτουργιών των τοπίων που θα τα φιλοξενήσουν, υπερκαλύπτοντας τις λοιπές τους διαστάσεις και σταδιακά εντατικοποιώντας την παραγωγή−μετατρέποντας, έτσι, με τον καιρό, τα συγκεκριμένα νησιωτικά τοπία από πολύ-λειτουργικά σε μονο-λειτουργικά.
Η κοινωνικοοικονομική διάσταση του τοπίου αφορά τις ανθρωπογενείς διαδικασίες παραγωγής,αναπαραγωγής και κατανάλωσης του τοπίου και τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων, κατά τη διάρκεια αυτών των διεργασιών. Με την καινούργια αυτή επένδυση, το ομογενοποιημένο βιομηχανικό τοπίο των αναρίθμητων ανεμογεννητριών θα παράγεται και θα καταναλώνεται ως προϊόν και υπηρεσία της αιολικής βιομηχανίας, ενώ η βιομηχανική διάσταση του τοπίου θα υπερισχύει των άλλων του διαστάσεων. Άρα, με την συνολική αυτή επένδυση, η εν
λόγω βιομηχανία θα παρεμβαίνει και θα διαχειρίζεται σημαντικό μέρος του νησιωτικού μας τοπίου, βάσει της προσφοράς και της ζήτησης ενέργειας, προσαρμόζοντας τη νησιωτική πραγματικότητα σε μια καπιταλιστική αναγκαιότητα, με στόχο την επαύξηση του οικονομικού κέρδους της εταιρείας−συχνά, μη λαμβάνοντας υπόψη τον παράγοντα άνθρωπο και την πολυδιάστατη σχέση και αλληλεπίδρασή του με τον περιβάλλοντά του χώρο. Μεταξύ άλλων, θα υποβιβαστεί και η τοπική τωρινή και μελλοντική τουριστική βιομηχανία, η οποία, με τη βοήθεια
μύθων, εικόνων, συμβόλων,ιστοριών, ιδεολογιών, κλπ, κατασκευάζει ή / και διαχειρίζεται τοπία. Συχνά,τα τοπία αυτά ούτε τα έχει σχεδιάσει, ούτε μπορεί εύκολα να τα διαχειριστεί, οπότε και τείνει να επιλέγει άλλα τοπία περισσότερο προσφιλή σε αυτήν. Η χωρική εξάπλωση της επένδυσης, συνεπώς, μαρτυρά και το μέγεθος της επίδρασης της αιολικής βιομηχανίας στην κοινωνικοοικονομική διάσταση του τοπίου.


Η γεωλογική διάσταση του τοπίου αφορά τον τύπο του υπεδάφους, το οποίο θα επηρεαστεί από τις εκσκαφές εκατοντάδων χιλιομέτρων και μεγάλων θεμελίων του έργου. Το Απολιθωμένο Δάσος του Σιγρίου Λέσβου, το οποίο εκτείνεται σε περιοχή 150.000 στρεμμάτων,στη δημοτική ενότητα Ερεσού-Άντισσας, στο δυτικό τμήμα της Λέσβου, έχει ανακηρυχθεί διατηρητέο μνημείο της Φύσης (160/Α/1985). Πριν από 20 εκατομμύρια χρόνια, μετά από ηφαιστειακή έκρηξη, οι κορμοί των
κωνοφόρων και φυλλοβόλων δένδρων των δασών της περιοχής σκεπάσθηκαν από
ηφαιστειακά υλικά και απολιθώθηκαν στη θέση που βρίσκονταν. Αξίζει να σημειωθεί
ότι από τα 51 κηρυγμένα Διατηρητέα Μνημεία της Φύσης, με συνολική έκταση
16.840 εκτάρια, το Απολιθωμένο Δάσος της Λέσβου (που παράλληλα αποτελεί πόλο
έλξης τουριστών από όλο τον κόσμο) καταλαμβάνει το 89% της συνολικής έκτασης
τους. Η αρνητική επίδραση της συγκεκριμένης επένδυσης στο τοπίο θα είναι
εντονότερη στο δυτικό ακριβώς αυτό τμήμα της Λέσβου, λόγω της ύπαρξης πολλών
απολιθωμάτων ιδιαίτερης πολιτισμικής και επιστημονικής αξίας (παγκοσμίου
ενδιαφέροντος), στην ευρύτερη περιοχή του Απολιθωμένου Δάσους. Στη Λήμνο, το
έδαφος της περιοχής της Χερσονήσου του Φακού αποτελείται από ηφαιστειακά
πετρώματα, όπου έχουν επίσης βρεθεί απολιθωμένα δέντρα ηλικίας 17-20
εκατομμυρίων ετών, ενώ απολιθωμένοι κορμοί δέντρων έχουν εντοπισθεί και στο
λόφο Παραδείσι, της Λήμνου,ο οποίος επίσης προορίζεται για εγκατάσταση
ανεμογεννητριών.
Η γεωμορφολογική διάσταση του τοπίου έχει να κάνει με τους εδαφικούς
σχηματισμούς (βουνά, θάλασσα, ακρωτήρια, κόλποι, ισθμοί, νησιά, παραλίες,
πορθμοί, ποτάμια, χερσόνησοι, κλπ) που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη
διαμόρφωση του τοπίου. Εφόσον η γεωμορφολογική διάρθρωση/ σύνθεση του χώρου
της προτεινόμενης επένδυσης μεταβληθεί και οι κορυφογραμμές καλυφθούν από χωμάτινες οδούς 200 χλμ περίπου, εφόσον γίνουν εκσκαφές 353 μεγάλων θεμελίων μήκους 15,2 μ., πλάτους 15,2 μ. και βάθους 2,4 μ που θα ακολουθηθούν από ισάριθμες διαμορφώσεις πλατειών διαστάσεων 45μ x 25μ., αλλά και εφόσον πραγματοποιηθούν επιπλέον εκσκαφές 250 χλμ καλωδίωσης για υπόγεια ηλεκτρική σύνδεση, αυτό θα έχει και ανάλογες δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις/ συνέπειες (π.χ. διάβρωση του οδικού δικτύου από βροχοπτώσεις, του οποίου οι ζημιές μπορεί να υπερβούν τα ανταποδοτικά οφέλη που προσφέρονται) και ασφαλώς θα προκαλέσει αλλαγή φυσιογνωμίας των περιοχών αυτών στις οποίες θα
δημιουργηθούν τα Α/Π, δηλαδή αλλαγή του ιδιαίτερου χαρακτήρα και της ταυτότητας του τοπίου τους.
Βάσει της ιστορικής/ αρχαιολογικής του διάστασης, το τοπίο συντίθεται όχι μόνο μέσα από τις σύγχρονες λειτουργίες του, αλλά και μέσα από τις παλαιότερες, λειτουργώντας ως παλίμψηστο, με την έννοια ότι επάνω στις παλαιότερες παρεμβάσεις του ανθρώπου σε αυτό αποτίθενται οι νεότερες. Έτσι, κάθε κοινωνική δραστηριότητα, οποιασδήποτε μορφής, αποτυπώνεται στο τοπίο και μπορεί να διερευνηθεί και να ερμηνευτεί μέσα από αυτό. Το τοπίο από μόνο του, για αυτούς που ξέρουν να το διαβάζουν προσεκτικά, αποτελεί πλούσιο ιστορικό αρχείο: ιστορικό τεκμήριο εποχής, μωσαϊκό, αλλά και ταυτοχρόνως μαρτυρία της ιστορικής και πολιτισμικής πορείας ενός κοινωνικού συνόλου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της μεγάλης έκτασης της εν λόγω επένδυσης, αλλά και του είδους των εργασιών διαμόρφωσης του χώρου, το τοπίο θα πάψει να λειτουργεί ως παλίμψηστο, λόγω της βίαιης αναμόρφωσής του με διανοίξεις δρόμων και πολλές ανεξερεύνητες αρχαιολογικές θέσεις θα χαθούν. Για παράδειγμα, υπάρχουν περιοχές όπως το οροπέδιο του Αίπους (θέσεις Ρημόκαστρο, Αστυφιδόλακκος, Καμπούρη Γύρισμα, Εβριακή), η θέση Φλώρι στη Χίο (όπου υπάρχει και σπήλαιο), οι Μπαμπακιές, κ.α., οι οποίες είναι διάσπαρτες από λιθοσωρούς και εκτεταμένες ξερολιθιές που μαρτυρούν κατοίκηση ή/ και εκμετάλλευση της γης από την αρχαιότητα (Ζερβούδης, 2008). Τέτοιες είναι και η ευρύτερη περιοχή της Αρχαίας Άντισσας και της Ερεσού (Αξιώτης, 1992), καθώς και περιοχές όπως η ευρύτερη περιοχή της Αγίας Σοφίας και αυτή της Φισίνης της Λήμνου, όπου έχουν εντοπισθεί μεσαιωνικές εγκαταστάσεις
(Παρθενόμτος και Αγιομάρνος). Παράλληλα, κάποιες από τις περιοχές αυτές, όπως το
οροπέδιο του Αίπους (βλ. Μνημείο Ηρώων της Μάχης του Αίπους, 15-11-1912),
αποτελούν περιοχές ιδιαίτερης ιστορικής/ εθνικής σημασίας και αξίας. Αν, λοιπόν,
απωλεσθεί ή υποστεί καταστροφή το τοπίο, το γεγονός αυτό θα έχει πολλαπλό
κοινωνικο-πολιτισμικό αντίκτυπο στην κοινωνία που το δημιούργησε.
Η συμβολική διάσταση ενός τοπίου συντίθεται από ορατές υλικές δομές, αλλά και από αόρατες κοινωνικές και πολιτισμικές δομές, διεργασίες και αξίες, όπου επιλεγμένες μορφές τοπίων αποκτούν ιδιάζουσες, διακριτές σημασίες. Η συμβολική διάσταση του τοπίου καταργεί τα σύνορα μεταξύ του υλικού και του ιδεατού. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η συμβολική διάσταση, που αποδίδεται στο τοπίο, μπορεί να πλάσει από μόνη της τοπία: τοπία φαντασίας, εικονικά, ιδεατά. Με την προκείμενη επένδυση του Ομίλου Ρόκας, το σύστημα / σύνολο συμβολισμών που
ενυπάρχει στους επιλεγμένους χώρους εγκατάστασης των Α/Π, και το οποίο αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτισμικής ταυτότητας και υπόστασης των Δημοτικών Ενοτήτων, θα επηρεαστεί ανεπανόρθωτα. Τα νέα τοπιακά σύμβολα που θα προκύψουν από αυτήν την επένδυση θα είναι: 353 ανεμογεννήτριες (οι 153 εκ των οποίων στη Λέσβο, οι 125 στη Λήμνο και οι 75 στη Χίο), 67 μέτρων ύψους, με 39 μέτρα πτερύγιο και βάρος 231 τόνους η κάθε μια. Αυτές θα τοποθετηθούν σε εμφανείς «επικοινωνιακές βιτρίνες» του τοπίου, έτσι ώστε να επικοινωνούν, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένου είδους μηνύματα, όπως αυτά της κυριαρχίας επί του τοπίου της (μετα)βιομηχανικής ομογενοποίησης και της κερδοσκοπίας, σε βάρος των τοπικών φυσικών και πολιτισμικών συστημάτων και της φυσιογνωμίας και ταυτότητας των τοπίων τους.
Στην άυλη υπόσταση των τοπίων, η οποία αναδεικνύεται μέσω της συμβολικής τους διάστασης, μπορεί να προστεθεί και η υπερβατική τους διάσταση και η σύνδεσή τους με το υπερφυσικό / ιερό, όταν ‘η γη γίνεται τοπίο και το τοπίο ιερός τόπος’ (Park & Coppack, 1994:162), όπου ο ναός (και κατ’ επέκταση ο μύθος) ‘δημιουργήθηκε για να επισημάνει την προϋπάρχουσα εκ φύσεως δύναμη’ και τη σημασία του χώρου και του τοπίου (Olalla και Priego, 2003:19). Την αίσθηση αυτή
μπορεί να την προσδίνουν στο τοπίο όχι μόνο τα διάφορα πολιτιστικά στοιχεία του (ναοί, μοναστήρια, ξωκλήσια, περίτεχνα οικοδομήματα, κλπ), αλλά και τα φυσικά του στοιχεία (λίμνες, ρυάκια, καταρράκτες, βράχοι, πετρώματα, κλπ). Το ιερό τοπίο μετατρέπεται σε χώρο, που, επιβάλλει και υποβάλλει τον άνθρωπο στις αξίες της πνευματικότητας. Για παράδειγμα, το όρος−παραδοσιακά τόπος πολιτικής ανυπακοής και μετα-νεωτερικά χώρος ψυχαγωγίας, περιπέτειας, αλλά και αυτοπραγμάτωσης μακριά από τους ρυθμούς της πόλης (Λουλούδης, Βλάχος και Χριστόπουλος, 2004, Λουλούδης, 2003, Rackham & Moody, 1996/2004, Πολίτης-Στεργίου, 2008) συνδέεται διαχρονικά με την πνευματική αναζήτηση, την υπερβατικότητα και το θείο, ενώ η ορειβασία, με την αίσθηση της κατάκτησης στην πορεία προς αναζήτηση της αυτογνωσίας. Η αίσθηση της ιερότητας των βουνών παρέμεινε ζωντανή, για τον άνθρωπο, στο πέρασμα του χρόνου. Η αιολική αυτή επένδυση που θα καλύψει χιλιόμετρα κορυφογραμμών θα διαταράξει σημαντικά αυτή τη σχέση των κατοίκων και των επισκεπτών των νησιών με το βουνό, αλλά και την αίσθηση της πνευματικότητας/ υπερβατικότητας του τοπίου ως ιερού τόπου.
Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το τοπίο, με διαφορετικούς τρόπους, για να προσδιορίσουν την ταυτότητά τους μέσα από αυτό και –κατ’ επέκταση– μέσα από τη σχέση τους με το χώρο. Τα τοπία, ως συμβολικά πεδία εθνικής ιστορίας (η εθνική διάσταση του τοπίου) εκφράζουν και ενσαρκώνουν την αίσθηση του «ανήκειν», διεκδικώντας και διατηρώντας σημαντικές μνήμες και συνδέοντας ιστορία και γεωγραφία, μέσω μύθων και αναμνήσεων (Hayrymen, 1997, Bjorn, 2003, Soovali et al, 2003). Οι νησιώτες του Βορείου Αιγαίου βλέπουν τον εαυτό τους, την ταυτότητα
και την κοινωνία τους, όπως αυτά αντανακλώνται στα τοπία τους, τα οποία, με τη σειρά τους, αποτυπώνουν την ποιότητα των επιλογών τους, εκφράζοντας και αποκαλύπτοντας τα ιδιαίτερα στοιχεία των πολιτισμικών τους συστημάτων. Αν οι άνθρωποι αυτοί πάψουν να βλέπουν τον εαυτό τους στα τοπία τους, διατρέχουν τον κίνδυνο, να εγκαταλείψουν/ απορρίψουν τα συγκεκριμένα τοπία (με ό,τι αυτό συνεπάγεται), και να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό, την κοινωνία και την ταυτότητά τους μέσα από τον (νέο) καθρέφτη των τοπίων που θα τους προσφέρει ο κάθε 
επενδυτής που λειτουργεί βάσει των επιταγών της αγοράς και της κερδοσκοπίας.
Η αισθητική διάσταση ενός τοπίου έχει να κάνει με την αναζήτηση, ενσάρκωση και απόλαυση ποιοτήτων του (π.χ. ομορφιά, αρμονία, γαλήνη), που οδηγούν στην αναβάθμιση της ανθρώπινης ποιότητας ζωής. Για να εκδηλωθεί, πρέπει ο παρατηρητής του τοπίου να υπερβεί τους πρακτικούς δεσμούς που τον συνδέουν με τα αντικείμενα της καθημερινότητας, επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση του με αυτά, πέραν της λειτουργικής τους ωφελιμότητας. Ο παράγοντας της αισθητικής επιδράει στον ανθρώπινο ψυχισμό, παίζοντας κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωσης της αντίληψης
του τοπίου (Knudsen et al, 2008:16). Η αισθητική ικανοποίηση δεν είναι κάτι αφηρημένο, αλλά επηρεάζει σημαντικά στην περιβαλλοντική αξιολόγηση και είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις βασικές και βαθύτερες εξαρτήσεις της ανθρώπινης ύπαρξης (Μωραίτης, 2007). Η αισθητική αξία ενός τοπίου εξαρτάται από την ποιότητά του ως θέαμα/ σκηνικό, αλλά και από τη γνώση, την προηγούμενη εμπειρία και την πρακτική του αποτίμηση από τον θεατή (Antrop, 2004). Στην προκειμένη περίπτωση της δημιουργίας 28 εκτεταμένων και ομοιόμορφων Α/Π στα τρία νησιά του Βορείου Αιγαίου, η αισθητική διάσταση του τοπίου είναι ιδιαίτερα σημαντική, παράμετρος, καθώς και μόνο η οπτική αποτίμηση της αισθητικής διάστασης του τοπίου (αποτίμηση οπτικής ποιότητας και αξιολόγηση βάσει αισθητικών κριτηρίων) θα πρέπει να συνιστά έναν σημαντικό παράγοντα περιβαλλοντικής του διαχείρισης, χωροθέτησης και πολιτικής (Daniel, 2001).
Ιδιαίτερα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ελκυστικότητα του τοπίου, ως κίνητρο επιλογής κατοικίας (Paquette και Domon, 2003). Η αισθητική αξία των τοπίων καθορίζει την περιβαλλοντική τους διαχείριση, τη χωροθέτηση, την οικιστική αξιοποίηση και την πολιτική γης που θα αναπτυχθεί στα επόμενα έτη, καθότι, μάλιστα, η απόδοση αισθητικής αξίας, αλλάζει με το χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, η ολοκληρωμένη αποτίμηση του τοπίου δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται μόνο βάσει του μέτρου μιας υποτιθέμενης λειτουργικής ωφελιμότητας, μέσω βραχύπνοων και μονόπλευρων προσεγγίσεων, αλλά στη βάση συγκροτημένης, σφαιρικής και ολοκληρωμένης ενημέρωσης και μελέτης. Επιπρόσθετα, λόγω της βιωματικής τους διάστασης, τα τοπία δεν αποτελούν μόνο οπτικές εμπειρίες, αλλά και οσμητικές, απτικές, ακουστικές και γευστικές (οσμητικό τοπίο, ακουστικό τοπίο, γευστικό τοπίο, απτικό τοπίο). Η τοπιακή εμπειρία δεν έχει να κάνει μόνο με την όραση, αλλά και με την αφή, την όσφρηση, τη γεύση και την ακοή. Ακόμα και η προστασία της θέας και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς πρέπει πλέον να λαμβάνει υπόψη και τα ακούσματα ενός τόπου (Στεφάνου και Στεφάνου, 2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η συνεχής έκθεση στον ήχο των 50 Hz της κάθε μιας από τις 353 ανεμογεννήτριες, σε καθένα από τα 28 Α/Π που θα δημιουργηθούν στα τρία νησιά του Βορείου Αιγαίου, προκαλεί ακουστική όχληση και υποβάθμιση του τοπίου, καθώς και προβλήματα για την ανθρώπινη υγεία. Το ίδιο ισχύει, φυσικά, και για την ηχητική όχληση στο ήμερο φυσικό και αγροτικό τοπίο των νησιών, και κατά το στάδιο κατασκευής των Α/Π (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Κατευθυντήριες γραμμές, 2007), πέραν του ότι το γεγονός αυτό θα επηρεάσει αρνητικά και πλήθος έμβιων οργανισμών που μεταναστεύουν ή κατοικούν μόνιμα σε αυτές τις περιοχές. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, πρέπει να εκπονηθεί και ειδική μελέτη ακουστικής όχλησης για την επένδυση−μελέτη η οποία να λαμβάνει υπόψη και τη συχνότητα/ ένταση του παραγόμενου ήχου και τις επιπτώσεις αυτών στον άνθρωπο και στο τοπίο.
Ομοίως, πρόκειται να επηρεαστούν κατάφορα από τις αλλαγές στο τοπίο−μέσω της διάνοιξης/ εκσκαφής όλων αυτών των νέων χωμάτινων οδών, των εργοταξίων και των εδαφικών αναμορφώσεων που θα λάβουν χώρα αποκλειστικά για χάρη μιας τόσο μεγάλης παρέμβασης στο χώρο των νησιών−και τα δίκτυα περιπατητικών διαδρομών που υπάρχουν σε κάθε νησί (π.χ. τα Μονοπάτια του Ροδόδεντρου, της Ξερολιθιάς και της Λάβας στις Δ.Ε. Καλλονής και Ερεσού- Αντίσσης, οι πεζοπορικές διαδρομές Σιδερούντα-Ρετσινάδικα, Φλώρι-Σπήλαιο, Ψαρός-Ευαγγελίστρια-Αη Γιώργης Κρασάς, Άγιος Γιάννης-Άγιο Γάλα, στις Δ.Ε. Ομηρούπολης, Καρδαμύλων και Αμάνης της Χίου). Τα μονοπάτια και οι διαδρομές αυτές προσφέρονται για πεζοπορία, τρέξιμο, ποδηλασία, ιππασία, κλπ., και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα σημαντικών εναλλακτικών μορφών τουρισμού, όπως ο αγροτουρισμός και οικοτουρισμός.
Η οικολογική διάσταση του τοπίου αναφέρεται στα διάφορα οικοσυστήματα που συνθέτουν τα τοπία και στη διαχείριση της χλωρίδας και της πανίδας τους, δηλαδή της βιοποικιλότητάς τους. Όλη η επένδυση των Α/Π της Χίου και το μεγαλύτερο μέρος της επένδυσης των Α/Π στη Λέσβο προτίθεται να χωροθετηθεί εντός προστατευόμενης περιοχής NATURA. Συγκεκριμένα, η Βόρεια Χίος είναι ενταγμένη στο δίκτυο NATURA με κωδικό GR4130003 και έχει χαρακτηριστεί σημαντική, λόγω της πληθώρας των φυτών που περιλαμβάνει (βλ. πίνακας 1), εκ των οποίων δύο έχουν χαρακτηριστεί παγκοσμίως σπάνια (το Cephalanthera epipactoides με πρωτεύουσα προτεραιότητα προστασίας και το Campanula hagielia, ενώ το Polygonum icaricum έχει χαρακτηριστεί ως παγκοσμίως τρωτό, με πρωτεύουσα προτεραιότητα προστασίας). Τα είδη που έχουν χαρακτηριστεί σπάνια για την επικράτεια της Ελλάδας είναι τα: Convolvulus scammonia, Fritillaria bithynica, Galanthus elwesii, Sideritis sipylea, Silene urvillei και Astragalus ptilodes (Βάση Δεδομένων Φιλότης, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 2011).


Δείτε την πλήρη έκθεση εδώ:



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου