Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Συνεντεύξεις Ο. Ελύτη

Από το βιβλίο "Συν τοις άλλοις" που εκδόθηκε πρόσφατα, κάποιες ανεκτίμητες επιλογές - αποσπάσματα με προτροπή να αγοράσετε το βιβλίο που περιέχει και cd με τη συνέντευξη του ποιητή αμέσως μετά την ανακοίνωση του Νομπελ.

- - - - - - - - - - - - -


Ό άνθρωπος δεν πρέπει να στερείται από τίποτα. Πρέπει, όμως, να αρκείται και στα απαραίτητα. Η πολυτέλεια, το περιττό, σε απομακρύνουν από το ουσιώδες, σε διαλύουν. Είμαι υπέρ της «βασικής ζωής» και αυτή θα έπρεπε νομίζω να εξασφαλίζει σε όλους μια ιδανική πολιτεία.

Κλωντ Σιμόν: επαναστατικό είναι ένα αεροπλάνο, όταν διαθέτει κινητήρα τελειότερο, όχι όταν είναι βαμμένο κόκκινο. Σήμερα προσέχουμε το χρώμα και αδιαφορούμε για τη μηχανή. Να που βρίσκεται η σύγχυση.

Την ποίηση την πλησίαζαν δύσκολα… ο άνθρωπος «έχει μπει στη γραμμή». Ζητάει εύκολα και φτηνά πράγματα που να τα πετάει και να τα ξαναπρομηθεύεται, ανίκανος να κάνει το επιπλέον βήμα που θα τον οδηγήσει στην ποίηση. Έχουμε γίνει «μικροαμερικανοί». Το χειρότερο που θα μπορούσε να μας συμβεί.

Ναι, είναι σχεδόν αμετάδοτη. Πρώτον, γιατί αναφέρεται σε έννοιες, νύξεις κι αισθήσεις που είναι τόσο αποκλειστικά ελληνικές, ώστε ο ξένος δεν έχει καν τις προσλαμβάνουσες να τις πλησιάσει. Δεύτερον, η έκφρασή μου είναι τόσο ζυμωμένη με τη γλώσσα, γίνεται ένα μαζί της ακόμη και φθογγολογικά, που ο μεταφραστής δεν έχει τρόπο να βρει «αναλογίες» στην ξένη γλώσσα. Και, τρίτον, στηρίχθηκα στα δεκανίκια των αρχαίων μύθων, που, ωστόσο, είναι δυστυχώς τα μόνα που βοηθούν τους Ευρωπαίους να μας πλησιάσουν.

(1976) Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να ‘ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του. Οπότε αναρωτιέται κανείς: Για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτε, που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος. Ότι οι λεγόμενοι «πρακτικοί άνθρωποι» - κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί – μας κοροϊδεύουν, είναι χαρακτηριστικό. Εκείνοι βλέπουν το τίποτε. Εμείς το πάν. Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας – και της εποχής μας.

Υπάρχουν και μερικοί που είναι μετριότητες. Αυτά συμβαίνουν παντού. Αλλά πώς να σας το πω: συμβαίνει η ιδιότητα του ακαδημαϊκού να μην αρμόζει στην ιδιοσυγκρασία μου. Έχω την αίσθηση, που δεν αποκλείεται να είναι και εσφαλμένη, ότι μια αόρατη δέσμευση θα με παρακολουθεί σ’ όλο το υπόλοιπο της ζωής μου. Κι αυτό, μου είναι αδύνατον να το υποφέρω. Είναι άγριο σ’ εμένα το αίσθημα της ανεξαρτησίας. Δεν θα με βρείτε ποτέ σε ομάδες λογοτεχνικές ή πολιτικές ή οτιδήποτε. Άλλωστε, μια παράταξη που θα εκπροσωπούσε απολύτως τις ιδέες μου δεν υπάρχει.

… να σε στεφανώνουν, μου φαίνεται ακατανόητο. Ποιος έχει το προνόμιο να κρίνει; Κι αν γελιέται; Μονάχα ο χρόνος δεν γελιέται. Ας τον αφήσουμε ν’ αποφαίνεται. Πολλές τήβεννοι είδαμε να θάβονται και πολλές ταπεινές μορφές ν’ αναδύονται στην επιφάνεια.

Αλλά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, «να μένεις στην εποχή σου» δε σημαίνει να διεκτραγωδείς απλώς τα δεινά της – κάτι εύκολο. Είναι να της αντιτάσσεις όπλα πνευματικά, που να τα προμηθεύεσαι από την αποθήκη της μνήμης του λαού σου. Τη λαλιά του Σολωμού και τη λαλιά του Παπαδιαμάντη, στο κείμενο που αναφέρατε, ταυτίζω με το καθαρό νερό της ελληνικής κρήνης. Πατέρες της καθαρότητας, ο πρώτος, χάρη στην υψηλή του διάνοια, και ο δεύτερος, χάρη στην απείραγη από τις μικρότητες ψυχή του.

Ο Ρωμανός διασώζει μέσα στον χριστιανικό κόσμο την πρισματική ποιητική έκφραση των αρχαίων, από το άλλο ο Θεόφιλος μεταφέρει τους τρόπους της ορθόδοξης εικονογραφίας στη φυσική πραγματικότητα του νέου ελληνισμού.

Το ατύχημα είναι ότι η παιδεία δεν αρκεί. Χρειάζεται αναπτυγμένη ευαισθησία. Και πώς ν’ αναπτυχθεί ευαισθησία, σήμερα, σ’ έναν νέο που δεν μένει ούτε μια στιγμή του εικοσιτετραώρου μόνος του, έτσι που να μπορέσει να συγκεντρωθεί στα προβλήματά του, να ρεμβάσει, να ονειρευτεί;

Απώτερος σκοπός είναι να φανεί πώς είναι δυνατόν ν’ αντιλαμβάνονται διαφορετικά το ίδιο πράγμα, δύο άνθρωποι. Με καλή πίστη πάντα. Και με προσπάθεια να καταλάβουν ο ένας τον άλλον.

Όλα τα θέματα που μ’ έχουν, κατά καιρούς, απασχολήσει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βρίσκουν τον τρόπο να ενταχθούν. Η αδικία, π.χ., να κυβερνά τον κόσμο ανέκαθεν η δύναμη που δίνει ο αριθμός. Το χάσμα ανάμεσα στη δυτική και στην ανατολική αντίληψη της αισθητικής και η αναλογία τους μέσα στον ηθικό κόσμο.

Ανοιχτά Χαρτιά. Ένας φίλος μου καθηγητής, μου είπε: «και μόνον αν έλεγες αυτά που έχουμε πει στις κουβέντες μας θα προκαλούσες πάταγο». Και δεν είχε αντιληφθεί ο χριστιανός ότι μου χρειάστηκε τριπλάσιος κόπος για να τα πώ, όχι όπως ήθελε αυτός, αλλά όπως ήθελα εγώ. Τόσο δύσκολο, επαναλαμβάνω, είναι στα χρόνια μας να καταλάβουμε ότι γίνεται να εκθέτεις τις ιδέες σου με τις αναλογίες των αισθήσεων.

Πρώτον, κάθε κείμενο να παρουσιάζει – για να μην καταντάει ανιαρό – μια διακύμανση από την πυκνή, επιγραμματική σκέψη ως τη λυρική διάθεση, κι από την απλή περιγραφή ως την τεκμηρίωση των θεωρητικών θέσεων με προσωπικά βιώματα και, δεύτερον, για κάθε αντικείμενο μελέτης να υπάρχει μια πρωτότυπη άποψη, συζητήσιμη, αμφισβητούμενη, αυθαίρετη έστω – αλλά οπωσδήποτε καινούρια.

Η αυθαίρετη, και ηλίθια στο βάθος, διάκριση ανάμεσα σε εθνικόφρονες και προοδευτικούς μπερδεύει, όπως συνήθως τα πράγματα. Τι πάει να πει δηλαδή; Ότι οι προοδευτικοί δεν αγαπούν τον τόπος τους; Ότι τον αγαπούν μόνο οι εθνικόφρονες που ξέρουμε πολύ καλά ότι ενίοτε τους συμφέρει απλώς να τον αγαπούν; Σ’ εμένα η πίστη στον Ελληνισμό είναι κάτι άλλο. Συνυφασμένο αναμφισβήτητα με την παράδοση. Αλλά κι εδραιωμένο στο παρόν. Πιστεύω πως ο μικρός λαός που είμαστε και οι άλλοι μικροί λαοί δεν είναι το ίδιο πράγμα. Είμαστε γεμάτοι ελαττώματα, σύμφωνοι, έχουμε, όμως, κοντά στα πολλά πλην κι ένα συν απέναντι στους άλλους, που είναι μοναδικό. Οι ξένοι το καταλαβαίνουν περισσότερο από εμάς τους ίδιους. Γι’ αυτό και ή μας ζηλεύουν, όπως οι γείτονές μας, ή μας φοβούνται και δεν εννοούν να μας αφήσουν να σηκώσουμε κεφάλι, όπως απαξάπαντες οι Δυτικοί. Το έδειξαν με την αισχρή στάση τους απέναντι μας και στα χρόνια της μικρασιατικής εκστρατείας και στις ημέρες μας στην Κύπρο. Αφήνω ότι η ιστορία αυτή είναι βαθύτερη και, άμα την ξεσκαλίσεις, θα φτάσεις ως τις Σταυροφορίες και στο Σχίσμα. Μόνιμη επιδίωξη της Δύσης ανέκαθεν ήταν να μας χωρέσει τα δύο πόδια στα δικά της παπούτσια.

Το να λέει ο ποιητής σήμερα τον ουρανό, ουρανό και τη θάλασσα θάλασσα όπως η Σαπφώ και η Αρχίλοχος δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή με τις ρίζες μας που βρίσκονται εκεί: Στα αρχαία. Γι’ αυτό και λυπάμαι που καταργήθηκαν από τα Γυμνάσια κι ας με πείτε καθυστερημένο.

Η Σουηδική Ακαδημία που κατάφερε να ξεπεράσει το φραγμό της γλώσσας και να πλησιάσει την ελληνική, που έχει τόσο μεγάλη πνευματική παράδοση.

… να επεκτείνω το διαμέρισμα μου όπως μου πρότειναν μερικοί. Δεν έχω ανάγκη τα πράγματα. Θέλω να έχω τα απολύτως απαραίτητα.

Οι αρχαίοι Αιολείς βλέπανε τα πάντα μέσα από τη φύση και έτσι εξηγούν οι αρχαιολόγοι το γεγονός ότι στη Λέσβο δεν βρίσκουν μνημεία.

Ένα άτομο δεν μπορεί και δεν πρέπει να μιλά για τον εαυτό του. Ούτε για τα υπέρ ούτε για τα κατά. Πάντα είναι καλύτερα να μιλάνε οι άλλοι για σένα. Γι’ αυτό και προτιμώ για το πώς είμαι να ρωτάνε τους φίλους μου, και να ‘ναι εκείνοι που θα με κρίνουν.

Από μιας αρχής ότι έπρεπε να είναι η ποίηση: μια δημιουργία αντισωμάτων για τη νόσο που σ’ εξώθησε να γίνεις ποιητής.

Ο ποιητής δεχόμαστε ότι εκφράζει τη γύρω του πραγματικότητα. Στα έργα του, που αποτελούν ένα είδος εσωτερικού ημερολογίου, καταγράφει τις ψυχικές του αντιδράσεις που, βέβαια, είναι οδυνηρές, αφού ζητούν ν’ αποδώσουν τη δυσαρμονία του με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Στον βαθμό μάλιστα που η θλίψη του ή η διαμαρτυρία του είναι οξύτερες, αξιολογείται και η ποιότητα της ευαισθησίας του.

Ο άνθρωπος αλίμονο θα εξακολουθεί να νιώθει πάντοτε αρκετά μόνος και αρκετά φοβισμένος, ώστε να προτιμά την καταφυγή σε μια σιωπηλή επικοινωνία – μια επικοινωνία που να μπορεί να την παρατά και να την ξαναπιάνει σύμφωνα με τις ψυχικές του διαθέσεις και χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου.

Και η ομορφιά έχει τη δύναμη να επιβάλλεται στην ψυχή πολύ περισσότερο απ’ ότι το όπλο στο σώμα. Να γιατί επαναφέρω τον παράγοντα του κάλλους και του δίνω τόση σημασία, με κίνδυνο να θεωρηθώ εστέτ, τη στιγμή που αποβλέπω σ’ ένα θέμα ηθικής τάξης όσο τίποτε άλλο.

Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λευκό. Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου. Αλλά πώς να κάνω αλλιώς; Σε τι θα ωφελούσε να γίνω ένας απλός αναμεταδότης της ασχήμιας, με το δικαιολογητικό ότι υπάρχει στην πραγματικότητα; Είναι κάτι που το ξέρουμε και δεν υπάρχει λόγος να το επαναλαμβάνουμε. Τουλάχιστον εγώ αποβλέπω στη μεταμόρφωση. Και ζητώ συνεχώς, όπως κι αν εκδηλώνομαι, να καθαίρω τη συνείδησή μου, έτσι που να φανεί εντέλει το ουσιώδες αυτό που μας έχουν καταδικάσει ν’ αγνοούμε, παρεμβάλλοντας τα μύρια όσα – κοινωνικού ή πολιτικού ή ψυχολογικού τύπου – απορρίμματα μιας βλακώδους καθημερινότητας.

Υπολανθάνει επί γης ένας παράδεισος που έχει κι αυτός τα δικαιώματά του. Προσπαθώ να τραβήξω το παραπέτασμα, να δω πέραν του απαγορευμένου. Ότι δεν μιλώ τη γλώσσα του Ιησού ή του Μάρξ, δεν σημαίνει πως έχω λιγότερους λόγους ν’ αντιστρατεύομαι την υπάρχουσα τάξη του κόσμου.

Καμύ για τον Ναπολέοντα: εκείνο που μου αρέσει σ’ αυτόν τον κόσμο, είναι η πλήρης ανικανότητα της δύναμης να στεριώσει κάτι γερό. Δύο είναι οι δυνάμεις σ’ αυτόν τον κόσμο: το ξίφος και το πνεύμα. Ε, λοιπόν, ανέκαθεν το ξίφος, σε τελική κατάληξη, νικήθηκε από το πνεύμα.

Ασφαλώς όλα μαζί τα ποιήματα σχηματίζουν μιαν ενότητα. Πρόκειται – για να χρησιμοποιήσουμε την κινηματογραφική γλώσσα – για ένα «σήριαλ ψυχής» που κάθε του επεισόδιο έχει και τη δική του αυτοτέλεια, όσο σύντομο και αν συμβαίνει να είναι. Άλλωστε, ο υπαινιγμός για «φθαρμένη ταινία» που υπάρχει στο πρώτο κομμάτι, δεν είναι τυχαίος.

Όμως για μένα, η αυταξία μιας στιγμής που υπερκαλύπτει με τη δική της διάρκεια τον τρέχοντα χρόνο, αποτελεί προϋπόθεση για όποιον προσπαθεί να εντοπίσει αυτό που αποκαλούμε «ποιητική αλήθεια» ή αλλιώς «υπερπραγματικότητα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου