Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Οικογένεια σε τυφλή προσπέραση

Του Ευγένιου Αρανίτση (δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία τον Απρίλιο του 2006)

Στα προηγούμενα, αναφέρθηκα στο ζήτημα της γενιάς μου και στην κατευθυντήρια έλλειψη προοπτικής που την οδηγεί σ' αυτή την κάπως ασυνάρτητη υπερκινητικότητα ή, αντιθέτως, στην παράλυση. Υπαινίχθηκα, επίσης, το τεράστιο αν και αμφίβολο πλεονέκτημά της, που δεν είναι άλλο απ' την εμπειρία μιας διπλής ιστορικής ένταξης. Αρχικά έγινε μάρτυρας του παλιού καθεστώτος των θεσμών της μικρής κοινότητας, θεσμών ετοιμοθάνατων αλλά ακόμη μάχιμων, ενώ αμέσως μετά κλήθηκε να ζήσει στο περιβάλλον των τηλεπικοινωνιακών παραισθήσεων. Ο πειρασμός να σκιαγραφήσω, λοιπόν, αυτό που διακυβεύτηκε στο επίπεδο της οικογένειας είναι ακαταμάχητος και θα υποκύψω.

Ας πω κατ' αρχάς ότι, από ιδιοσυγκρασιακή άποψη, η ελληνική οικογένεια του '60, όσο και αν φαίνεται σήμερα απίστευτο, βρισκόταν πλησιέστερα στο σύμπαν της τουρκοκρατίας παρά στο σημερινό. Σε ισχύ ήταν ακόμη θεσμοί στηριγμένοι σε δοκιμασμένους άγραφους νόμους, όπως η εμπιστοσύνη στις μυητικές ικανότητες της υπαίθρου και στο εθιμικό δίκαιο της γειτονιάς, στης οποίας την εξουσία υπαγόταν η κυκλοφορία του λόγου, δηλαδή των αφηγήσεων, των τραγουδιών και των προφητειών. Το δέος απέναντι στην πρωτοκαθεδρία του ιερού στοιχείου, αν και όχι πάντα ομολογημένο, ήταν ακμαίο μέχρι την τελευταία στιγμή. Το ιερό σκηνοθετούσε τα πάντα, από το ροκ μέχρι τις ανακοινώσεις του ΚΚΣΕ και απ' τις ανταλλαγές πειραγμάτων μεταξύ αγοριών και κοριτσιών μέχρι το ματς Ολυμπιακού-ΑΕΚ.

Αν οι ηλικιωμένοι, σήμερα, αναπολούν την εγκαρδιότητα μιας ζωής που επέτρεπε να είναι τα παράθυρα ανοιχτά και οι πόρτες ξεκλείδωτες, δύσκολα θα τους χαρακτήριζε κανείς φαντασιόπληκτους. Η ανάμνησή τους είναι σωστή. Επιπλέον, οι άνθρωποι κοιμούνταν τα μεσημέρια, κάτι αδιανόητο πλέον, και συνελάμβαναν ενστικτωδώς τις διαστολές και συστολές του αιθερικού πεδίου των πόσιμων υδάτων. Ηξεραν πότε έπρεπε να καούν τα σκουπίδια στον κήπο κι ότι η οσμή του καμένου καουτσούκ διώχνει τα φίδια. Τα παιδιά συνομιλούσαν με τα ζώα. Τα ζώα επικοινωνούσαν με τους αστερισμούς. Και στις ταράτσες ο θάνατος ξεκουραζόταν φορώντας ωτοασπίδες, τα δε ρούχα των πλουσίων αναστέναζαν γλυκά. Οι φτωχοί έφτυναν αίμα για να παντρέψουν τις κόρες τους και τους εξηγούσαν ότι μια μέρα οι μύλοι θα άλεθαν μ' αυτό το αίμα, διότι το νερό θα ήταν πανάκριβο.

Προκειμένου λοιπόν να συγκινηθούμε, ανακαλύπταμε τις ιδιαιτερότητες μιας μοίρας συνυφασμένης με τη μεταφυσική. Οι αιτίες για τις οποίες η νοσταλγία της νοηματικής πληρότητας εκείνης της εποχής θεωρήθηκε αργότερα κατάπτυστη τόσο απ' την αριστερά όσο και απ' τους μεταμοντέρνους διανοούμενους, είναι σ' εμένα γνωστές. Αν θέλετε να μάθετε γιατί η νοσταλγία βάλλεται από παντού σαν μια στάση γελοία ή σπαραξικάρδια και γιατί οι κυνικοί την ειρωνεύονται προσποιούμενοι ότι πιστεύουν πως όλο αυτό ισοδυναμεί τάχα με τη βλακώδη εξιδανίκευση μιας θηλυπρεπούς αισθηματικής προσήλωσης στο τανγκό και στα γιασεμιά, εξετάστε το τραύμα των σημερινών πενηντάρηδων ως κατάλοιπο των σχέσεών τους με τους γεννήτορες.

Για να φωτίσω αυτό το κακό σημείο, αυτή τη φλεγμονή, θα σταθώ στο πραγματικά κοσμοϊστορικό γεγονός ότι η οικογένεια εκείνη είχε τεθεί με το ζόρι στην τροχιά μιας μεταβατικής κίνησης από την παλιά συλλογική οργάνωση προς τον εξατομικευμένο κόσμο του δυτικού κοινωνικού μοντέλου, υπ' ευθύνη του οποίου, στο εξής, τα Χριστούγεννα θα ήταν σημαντικότερα από το Πάσχα, τα γενέθλια πιο δημοφιλή απ' την ονομαστική γιορτή, η τηλεόραση πιο αληθοφανής από τις διαπροσωπικές ισορροπίες αγάπης και θυμού, και τα τουριστικά ταξίδια πιο επιθυμητά από τον πατροπαράδοτο πείσμονα έρωτα της εντοπιότητας. Διότι ο τόπος δεν μας χωρούσε πλέον και το βλέμμα του διπλανού είχε καταστεί ανυπόφορο. Οσο για την πανικόβλητη εγκατάλειψη της περιφέρειας και το βίαιο καραμανλικό πραξικόπημα της αντιπαροχής, με το οποίο εγκαινιάστηκε ο εφιαλτικός υδροκεφαλισμός της πρωτεύουσας, ήταν απλώς τα βιβλικών διαστάσεων επακόλουθα αυτής της δυσανεξίας.

Θυμίζω ότι μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '60, αφού εκεί σκαλώσαμε, τα παιδιά δεν τα γαλουχούσε βέβαια το Διαδίκτυο σε συνδυασμό με τους καθηγητές των φροντιστηρίων, ούτε η μάνα, πολύ λιγότερο δε ο πατέρας, αλλά η ίδια η κοινότητα. Τρόπον τινά, τα παιδιά ανήκαν σε όλους. Μπαινόβγαιναν ελεύθερα στα σπίτια των γειτόνων, έτρωγαν εδώ κι εκεί, εξαφανίζονταν τα καλοκαίρια στις παραλίες ή στις αλάνες, και όταν νύχτωνε συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν στα σπίτια τους από τ' αφτί. Ξεχωριστή έμφαση πρέπει εξάλλου να δοθεί στο ότι η κοινότητα αποτελούσε την κεντρική πηγή πληροφοριών και συναισθηματικών αντηχήσεων, καθώς και τον αποκλειστικό τριτεγγυητή της καλής ή κακής φήμης του καθενός.

Τα μεγαλύτερα αδέλφια επέβλεπαν τα μικρότερα. Τα μικρότερα κρατούσαν τα πιο μικρά απ' το χέρι, τα πιο μικρά ανέπτυσσαν φιλίες με δέντρα ή γάτες, οι γάτες κυνηγούσαν τους αρουραίους για να παρηγορήσουν την πείνα τους, τέλος οι εναπομείναντες αρουραίοι ροκάνιζαν τους βολβούς στις αυλές και όλο αυτό το ειδυλλιακό οικοσύστημα, για να χαριτολογήσουμε, αντιστάθμιζε την αποτυχία του κομμουνισμού, σύμφωνα με το πνεύμα του οποίου οι προλετάριοι όλων των χωρών όφειλαν να ενωθούν. Απ' όπου εγείρεται φυσικά το ερώτημα: αφού τους καλούσαν να ενωθούν, δεν δικαιούμαστε άραγε να συμπεράνουμε ότι η ένδοξη τάξη τους ήταν διαιρεμένη; Ομως τι ακριβώς τους χώριζε τους προλετάριους ποτέ δεν μας είπαν.

Ετσι, οι πατεράδες εκείνης της εποχής, προκειμένου να μην υποχρεωθούν να απαντήσουν στο τι χώριζε τους προλετάριους, απουσίαζαν στις ασχολίες τους, νόμιμες ή παράνομες, ράθυμες ή εξοντωτικές, και χρησίμευαν μόνον σαν φορείς συμβολικής κηδεμονίας, αφού όλα έπρεπε να γίνονται, με πολύ θεολογικό τρόπο, εν ονόματι του Πατρός. Οι μανάδες, παχουλές ή αδύνατες, μορφωμένες ή αναλφάβητες, νουνεχείς ή τρελές σαν τη δική μου, ήταν αφοσιωμένες, αν και κάπως ανέμελα, στη διεκπεραίωση χειρωνακτικών καθηκόντων και μοίραζαν τα ψίχουλα της σωστής υποτίθεται ανατροφής όχι μόνον στα δικά τους παιδιά αλλά σε όλα όσα κλωθογύριζαν στο οπτικό τους πεδίο. Κινηθήκαμε, ως γενιά παιδιών, στα όρια αυτού του στατιστικού λάθους, στην περιφέρεια των ταυτίσεων που οριοθετούσε ο ποδόγυρος της Μεγάλης Μεσογειακής Μητέρας.

Σε αντιστάθμισμα, και δίχως αυτό να δηλώνεται, οι άνθρωποι θεωρούσαν πως η βασική εκπαίδευση είχε στόχο την απεμπλοκή από τον εναγκαλισμό της μάνας, δηλαδή την αξιοποίηση των ευκαιριών ένταξης του υποκειμένου στο σύνολο. Κλοπές, προδοσίες, αυτοσχέδια παιχνίδια στα χωράφια ή στις σοφίτες και συρράξεις συχνά αιματηρές ήταν στην ημερήσια διάταξη. Και η ανακωχή ευνοούσε συγκεντρώσεις γύρω από ένα μικροσκοπικό ραδιόφωνο.

Το τι συνέβη λοιπόν στην οικογένεια σ' εκείνην ειδικά την ιστορική καμπή θα το αφηγηθώ στο επόμενο. Διότι το θέμα παραμένει ανοιχτό. Και διότι εμείς οι ορφανοί είμαστε η κρίσιμη πλειοψηφία. Αν δεν κηδέψουμε σήμερα τη μελαγχολία αυτής της υπεροχής, αύριο τα παλιά κομματικά στελέχη θα μας ζητήσουν και τα ρέστα.





7 - 30/04/2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου