Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Τι σημαίνει σύμβολο

(απόσπασμα από το βιβλίο του Β. Αθανασόπουλου "το ποιητικό τοπίο του ελληνικού 19ου και 20ου αιώνα" , διαβάστε το βιβλίο είναι εκπληκτικό)


Η κατανόηση ενός φαινομένου αποτελεί μέρος, τουλάχιστον, της ανεύρεσης της κατάλληλης γλώσσας με την οποία θα το περιγράψουμε και αυτή η διαδικασία συνίσταται στην τοποθέτηση αυτού του φαινομένου σε εννοιακή σχέση με άλλα φαινόμενα.

 

Περιγράφοντας το άγνωστο ή ανεξερεύνητο ή υπό εξερεύνηση φαινόμενο στη βάση ενός παραλλήλου του που στην αντίληψή μας λειτουργεί ως γνωστό, κάνουμε μια περιγραφή η οποία σε ό,τι αφορά το γνωστό είναι κυριολεκτική και σε ό,τι αφορά το άγνωστο είναι αναλογική – άρα μεταφορική.

 

Πρόκειται επομένως, για μια σύνθετη ή διπλή περιγραφή, ή για δύο περιγραφές που η μία στηρίζει ή διευρύνει την άλλη: η κρυιολεκτική στηρίζει τη μεταφορική, ενώ η μεταφορική διευρύνει την κυριολεκτική. Η κυριοεκτική περιγραφή αναπτύσσεται με τρόπο φυσικό, σαρώνοντας την αναμφισβήτητη φαινομενικότητα του γνωστού, και, καθώς είναι οργανωμένη σύμφωνα με τη νομοτέλεια του χρόνου και του χώρου, καθορίζει τη φυσική επιφάνεια του γνωστού. Η μεταφορική περιγραφή δεν διακρίνεται από τη συνέχεια που χαρακτηρίζει την κυριολεκτική περιγραφή, γιατί η μεταφορική κίνηση των εικόνων είναι γρήγορη και όσο πιο γρήγορη γίνεται τόσο περισσότερα άλματα εμφανίζεται να κάνει και περισσότερα κενά να παρουσιάζει. Στη θέση, ωστόσο, της συνέχειας της κυριολεκτικής περιγραφής, η μεταφορική περιγραφή προσπαθεί να συστήσει μια συνέπεια που αντιστοιχεί στη συνέχεια της χρονικής και χωρικής νομοτέλειας, δηλαδή προσπαθεί να συστήσει μια συνέπεια λογική, που συμπληρώνει τα «κυριολεκτικά» κενά.

 

Το πέρασμα από την κυριολεκτική στη μεταφορική λειτουργία ισοδυναμεί με το πέρασμα από το σημείο στο σύμβολο, δηλαδή από την άμεση, απλή, μονοδιάστατη σημασία, στην έμμεση, σύνθετη σημασία, που συγκροτείται μέσω της διαδικασίας του παραλληλισμού, της σύγκρισης, της αναλογίας, της αλληλοαναφοράς, της ανταπόκρισης ανάμεσα σε ένα γνωστό και σε ένα ανεξερεύνητο παράλληλο. Το οντολογικό status των ανταποκρίσεων ποικίλλει, καθώς κυμαίνεται ανάμεσα στον οντολογικό δεσμό των δύο όρων (ή κόσμων) και στον συμβατικό (δηλαδή, προγραμματικά ιδρυμένο) δεσμό τους. Τους δύο όρους της ανταπόκρισης συνιστούν:

1)      Η αντίληψη / κατανόηση που έχει ο άνθρωπος για τον κόσμο, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να μεταδώσει αυτή την κατανόηση και ανταπόκριση,

2)      Ο κόσμος της φύσης που δεχόμαστε πως υπάρχει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο, ως υποκείμενο της αντίληψης κατανόησης.

 

Σύμφωνα με αυτή τη σχηματική διάκριση των δύο όρων, η πορεία από το σημείο στο σύμβολο μπορεί να παρουσιαστεί αναλυτικότερα ξεκινώντας από 1) το φυσικό σημείο (όχι βεβαίως το σημείο του πράγματος, αλλά το σημείο που δίνουν για το πράγμα τα δεδομένα των αισθήσεων), για να περάσουμε στο 2) συμβατικό σημείο (το «σημείο» που σχηματίζει η νοητική επεξεργασία του φυσικού σημείου) και να καταλήξουμε 3) σύμβολο, που συνιστά την ανταπόκριση / δεσμό ανάμεσα στο συμβατικό και φυσικό σημείο.

 

Χάρη σ’ αυτή τη δράση του, τα σύμβολα αποκαλύπτουν τους δεσμούς που κρατούν τον κόσμο ενωμένο – και η αποκάλυψη δεσμών που ως εκείνη τη στιγμή δεν είχαν συνειδητοποιηθεί ουσιαστικά σημαίνει την ίδρυσή τους. Τα σύμβολα αποδίδουν τη συναίρεση γνωσιολογίας και οντολογίας, μια κράση της αντίληψης με το «είναι». Αυτό συμβαίνει επειδή, όπως ήδη αναφέρθηκε, το σύμβολο προσπαθεί να συνδυάσει την απεικόνιση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα με την αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο (θεωρείται πως) υπάρχουν τα πράγματα. Το σύμβολο επομένως, αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της υποκειμενικότητας της αντίληψης, αλλά και το πιο αποτελεσματικό μέσο για τη συνειδητοποίηση αυτής της υποκειμενικότητας.

 

Η υποκειμενικότητα στο επίπεδο της νοητικής διαδικασίας εκδηλώνεται ως αφαίρεση. Ως σύμβολο, λοιπόν, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε το αποτέλεσμα κάθε αφαιρετικής διαδικασίας – όχι μόνο στην τέχνη, αλλά και στη λογική. Τα σύμβολα διακρίνονται σε συμβατικά ή «εξωτερικά» και σε γνήσια ή «εσωτερικά», δηλαδή σε σύμβολα που παραπέμπουν σε σημασίες οι οποίες είναι κοινώς αποδεκτές ανάμεσα στα μέλη μιας πολιτισμικής, κοινωνικής ή εθνικής κοινότητας και σε σύμβολα που αποτελούν σημαντικές μορφές, οι οποίες εκφράζουν ξεχωριστές, ιδιαίτερες, προσωπικές εμπειρίες ή οράματα σχετικά με τη ζωή και τον κόσμο.

 

Τα συμβατικά σύμβολα είναι εκείνα που έχουν καταλήξει στη συγκρότηση ενός ευρύτερου κώδικα συμβόλων, στον οποίο συμμετέχει η πλειονότητα των μελών μιας κοινότητας, ενώ τα γνήσια σύμβολα είναι αυτά που ξεκινούν ως ολοκληρωμένες εκφράσεις προσωπικών εμπειριών, για να καταλήξουν στη συγκρότηση ενός κώδικα συμβόλων, στον οποίο συμμετέχει μικρότερος αριθμός μελών της κοινότητας, που τα συνδέει ένα επιπλέον επιμέρους πολιτισμικό κοινό χαρακτηριστικό, όπως η λογοτεχνική γραφή και ανάγνωση. Τα συμβατικά, επομένως, σύμβολα συγκροτούν ένα κώδικα συμβόλων που λειτουργεί μέσα στο ιστορικό – κοινωνικό περιβάλλον, ενώ τα γνήσια σύμβολα συγκροτούν έναν κώδικα που λειτουργεί μέσα σε ένα μέρος του ιστορικό – κοινωνικού περιβάλλοντος, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι το λογοτεχνικό περιβάλλον.

 

 

Η ποιητική εικόνα και το σύμβολο

 

Πέρα από όσα αναφέρθηκαν για τη σχέση του συμβόλου με το φυσικό, καθώς και το συμβατικό σημείο, ανάμεσα στο σύμβολο και τα δύο αυτά σημεία υπάρχει μια σημαντική διαφορά, που εξαρτάται από το γεγονός πως τα σημεία αποτελούν μορφή εξωτερικής «σήμανσης» των πραγμάτων, ενώ τα σύμβολα αποτελούν μέρος του πράγματος που αυτά σημαίνουν – αν και δεν υπάρχει ομοφωνία όσον αφορά την αντίληψη του συμβόλου ως εκείνου που αναπαριστά το πράγμα ή που συμμετέχει σ’ αυτό. Η «συμμετοχή» αυτή παραπέμπει στη μεταφορική λειτουργία της εικαστικής (περιγραφικής) επιφάνειας των συμβόλων, δηλαδή στη λειτουργία της ως «ανάλογου» ή «φορέα» μιας ιδέας, η οποία δεν εμφανίζεται απευθείας, αλλά υποδηλώνεται. Μια τέτοια λειτουργία του συμβόλου το συσχετίζει με την ποιητική εικόνα (παρότι οι δύο όροι δεν ταυτίζονται) και, ιδιαίτερα, με την εκδοχή της που ονομάζουμε «ποιητικό σύμβολο».

 

Ο βαθμός της επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας μιας ποιητικής εικόνας εκτιμάται στο επίπεδο της νοηματοδότησης μιας προσωπικής εμπειρίας: όσο μεγαλύτερη είναι η νοηματοδότηση τόσο περισσότερο επιτυχημένη θεωρείται η εικόνα. Με τη μέγιστη νοηματοδότηση, εννοούμε την όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένη – ή αλλιώς περιεκτική – έκφραση της εμπειρίας. Η επικοινωνιακή πληρότητα ισοδυναμεί με την κάλυψη όσο γίνεται περισσότερων εκδοχών του προσωπικού χαρακτήρα μιας εμπειρίας και, με τον τρόπο αυτό, προοδευτικά, το προσωπικό υπερβαίνεται – έως και αναιρείται από το διαπροσωπικό: η έκφραση της βαθύτερης φύσης του ατόμου ισοδυναμεί με την έκφραση της βαθύτερης φύσης της κοινότητας. Σύμφωνα με αυτά, θα μπορούσαμε να δεχτούμε το (ποιητικό) σύμβολο ως κορύφωσης της νοηματοδοτικής κλίμακας της ποιητικής εικόνας και, ακόμη, ότι η μέγιστη επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα μιας ποιητικής εικόνας αντιστοιχεί στη μεταξίωσή της σε σύμβολο: σε εικόνα που δεν παράγει το νόημά της στη βάση της σύγκρισης ή της αναλογίας δύο όρων, αλλά σε αυτή την ίδια, δηλαδή σε μια αναφορά της, όχι σε κάτι άλλο, αλλά σε αυτή την ίδια, δίνοντας μάλιστα την εντύπωση πως αποτελεί εικόνα περιγραφική, με καθαρά κυριολεκτική λειτουργία.

 

Είναι, ωστόσο, άξιο παρατήρησης (γιατί οδηγεί σε χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με τη διαδικασία σύνθεσης μιας μεταφοράς) το γεγονός πως όσο μεγαλύτερη είναι η νοηματοδότηση της προσωπικής εμπειρίας τόσο περισσότερο αυτή μετατοπίζεται από το (νοηματικό και αισθητικό) επίπεδο της ποιητικής εικόνας σε εκείνο του ποιητικού συμβόλου ή και του γενικού συμβόλου. Αυτό σημαίνει πως όσο πληρέστερη είναι η έκφραση – άρα η νοηματοδότηση – μιας προσωπικής εμπειρίας τόσο αυτή κινείται προς την κατεύθυνση της συλλογικής εμπειρίας. Η αισθητική, επομένως – και όχι απλώς η επικοινωνιακή – αποτελεσματικότητα της ποιητικής εικόνας εξαρτάται από την έγκαιρη συγκράτηση της κίνησης από το προσωπικό προς το συλλογικό και το σταμάτημά της στο κατάλληλο κάθε φορά σημείο.

 

Νοητικές εικόνες, ρηματικές και εικαστικές

Μπορεί να απευθύνεται σε διαφορετικές αισθήσεις, να προκαλεί ποικίλα συναισθήματα ή σκέψεις, αλλά κάθε τέχνη υπηρετεί τον ίδιο σκοπό: να εντείνει την αίσθηση της ύπαρξης, να δώσει ζωή σε μια σημασία πέρα από εκείνη του προφανούς, να αποσπάσει το νόημα από το συμπτωματικό και το χαώδες.

 

… … δεν χρειάζεται εξήγηση, επειδή, από τη στιγμή που δημιουργείται, δίνει την εντύπωση πως υπάρχει αφ’ εαυτής, εάν μπορείς να τη συλλάβεις με τις αισθήσεις και τον νου σου.

 

… … μέσα από τη γλώσσα των εικόνων και μέσα από συγκεκριμένες μορφές εκφέρει το ποίημα τα νοήματά του και όχι μέσω της γλώσσας των εννοιών και της αφαίρεσης. Για να διαβάσουμε ένα ποίημα (δηλαδή, για να μπορέσουμε να «ανοίξουμε» τα νοήματά του) πρέπει να «διαβάσουμε» τις εικόνες του· και για να κατορθώσουμε κάτι τέτοιο, πρέπει να ξέρουμε πώς αυτές φτιάχνονται.

 

Έναν από τους τρόπους ερμηνείας του ποιήματος, ή, τουλάχιστον, μια προκαταρκτική φάση της ερμηνείας του, αποτελεί η «εικαστική» ανάγνωσή του, δηλαδή η «μετάφραση» των νοητικών εικόνων του σε εικόνες εικαστικές. Πρόκειται για μια διαδικασία αντίστροφη από εκείνη της ρηματικής ερμηνείας ενός ζωγραφικού πίνακα, η οποία περιλαμβάνει περιγραφή, ανάλυση, εξήγηση και αξιολόγηση των καλλιτεχνικών στοιχείων (γραμμή, σχήμα, φόρμα, χώρος, υφή, χρώμα, αξία, σχέδιο) όπως αυτά οργανώνονται από τις καλλιτεχνικές αρχές (ισορροπία, αρμονία, κλιμάκωση, προοπτική, αντίθεση, ποικιλία, κίνηση, βάθος, έμφαση, ενότητα, ρυθμός, σύνθεση).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου