Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Το αμύγδαλο του Ελύτη

(άλλη μια δημοσίευση του Αρανίτση από την Ελευθεροτυπία που εξηγεί τι σημαίνει γραφή)
 

Μας αρέσει, δεν μας αρέσει, κάθε μεγάλος ποιητής είναι υπό μίαν έννοια μυστικιστής. Εντούτοις, όσα θα γράψω εδώ αφορούν τον Ελύτη περισσότερο απ' ό,τι οποιονδήποτε άλλον, και όχι μόνον λόγω του «Ετους» που του αφιερώθηκε. Μάλιστα, σκέφτομαι να ξεκινήσω, ανάποδα, απ' το συμπέρασμα, που είναι το εξής: όσο λιγότερο καταλαβαίνουν οι άνθρωποι των θεσμών, π.χ. ορισμένοι πανεπιστημιακοί 1, τον εσωτερικό διάλογο του Ελύτη με τα φύλλα των δέντρων, τόσο πιο σπασμωδικά ξεφυλλίζουν τα βιβλία του ψάχνοντας με το φακό για ίχνη χλωροφύλλης.

Πράγματι, όσο λιγότερο αγαπούν τον Ελύτη, τόσο πιο πυρετική η αγωνία συμμετοχής σε συνέδρια και ημερίδες προς τιμήν του. Οσο λιγότερο νιώθουν προετοιμασμένοι να συλλάβουν τα υπαρξιακά υπονοούμενα που αντηχούν στον πυρήνα του έργου του, τόσο πυκνώνουν τα δακτυλικά τους αποτυπώματα πάνω στο βερνίκι της επιφάνειας, όπου αντανακλάται λοξά και η μαραμένη αίγλη της επετηρίδας: πρώτα έτος Καβάφη, μετά Σεφέρη, ύστερα Ρίτσου, κατόπιν Ελύτη.

Η αλλιώς: όσο επιδεινώνεται η αναντιστοιχία μεταξύ των σκουριασμένων και δυσκίνητων ανακλαστικών της γραμματολογικής εποπτείας που ασκούν και της περιρρέουσας πρόκλησης να συλλάβουν κάτι απ' τη ζωντανή θεολογία των ερωτικών μυστηρίων του ελληνικού καλοκαιριού, τόσο συχνότερα χοροστατούν στη νεκρώσιμη τελετή με την εκπόνηση σχολαστικών ανακοινώσεων και τη μυωπική συσσώρευση βιβλιογραφικών αλληλοπαραπομπών. Εξάλλου, όσο πιο κραυγαλέα είναι η έλλειψη ενός λογοτεχνικού ήθους που θα υπέθαλπε για την άντληση διδαγμάτων σε όφελος της ευφυΐας του αναγνώστη, δηλαδή της διαθεσιμότητάς του στην αυθόρμητη υποδοχή νέων και πιο απαιτητικών ιδεών και συγκινήσεων, τόσο πιο στεντόρειες οι διακηρύξεις υπέρ του υποτιθέμενου ήθους, πολύκλαυστου πλέον, μιας λογοτεχνίας που, σε πείσμα του ιδιότροπα ζωηρού και απείρως αισθαντικού πλούτου της, εμφανίζεται με το στανιό σεμνή και ανέραστη σαν Ηγουμένη. Το φαινόμενο ονομάζεται υπεραναπλήρωση.

Ετσι, το αυτονόητο κάλεσμα στην κατανόηση ενός μεγάλου ποιητή προσκρούει στις πομπώδεις επετειακές διαβεβαιώσεις για την αξία του ποιητή γενικώς και αορίστως. Οσο πιο δειλά έρχεται στο φως το βαθύ και περίπλοκο λυρικό αντίκρισμα αυτής της αξίας, τόσο πιο εκκωφαντικός ο θόρυβος διά του οποίου η αξία υπογραμμίζεται σαν τίτλος ιδιοκτησίας ή υποθήκη, ώστε να συσκοτίζεται η περίοπτη θέση της μέσα στους αντικατοπτρισμούς του γενεαλογικού και συμβολικού αστερισμού της λογοτεχνίας μας.

Τέλος, όσο πιο απειλητικό, δηλαδή συναισθηματικά απειλητικό, αναδύεται το μήνυμα ελευθερίας που ο Ελύτης άντλησε από την καρδιά του πένθους της ελληνικής παράδοσης ως τόπου συνάντησης του φυσικού κόσμου με το υπό ανάγνωσιν κείμενο του ψυχικού μας σύμπαντος, τόσο πιο κοντά στο
fortissimo
φτάνουν οι κρότοι των Καβείρων που δίνουν τα ρέστα τους προκειμένου να αποσπάσουν αλλού την προσοχή, τουτέστιν, πρακτικά μιλώντας, οπουδήποτε εκτός και μακράν του διακυβεύματος. Π.χ. στις χρονολογίες, στην αρίθμηση των περιόδων του έργου, στον αριθμό των επιθέτων ή επιρρημάτων που «κοσμούν» την τάδε περιοχή του, στον αριθμό των αρχαιοελληνικών διακειμενικών αναφορών που το διαπερνούν, στον αριθμό των τομέων διαίρεσης της ανατομίας του, στο κατά πόσον εκτυλίσσεται ευθυγράμμως ή κυκλικά, στο αν είναι ως επί το πλείστον πρωτοπρόσωπο ή τριτοπρόσωπο και, εν γένει, σε όλες εκείνες τις τριγωνομετρικές παραμέτρους που ανακαλούνται απ' την αποστρατεία για να τους ανατεθεί κακήν κακώς η υποκατάσταση του ελλείποντος.

Το ελλείπον εδώ, και μολονότι ανέκαθεν έκανε νιάου νιάου στα κεραμίδια, πρέπει να κατονομαστεί και δεν είναι άλλο απ' το υποκείμενο της εμπειρίας του λυρισμού. Δυστυχώς, στον ορίζοντα των επιχειρημάτων της κριτικής, αυτή η μαύρη τρύπα, όπου θα έπρεπε να στέκεται ο ακροατής των μελωδικών διακυμάνσεων του ποιήματος, αποσιωπάται ως ανεντόπιστη, αφού ανήκει στην τάξη του αμιγώς πραγματικού, δηλαδή δεν αναπαριστάται.

Για να το πω μ' ένα κυριολεκτικά στοιχειώδες παράδειγμα, μπορούμε κάλλιστα να μιλήσουμε με χίλιους δύο τρόπους, μεταφορικούς ή άλλους, για τη γεύση ενός καρπού -ας διαλέξουμε τιμής ένεκεν το αμύγδαλο που ο Ελύτης είχε δανειστεί σαν έμβλημα της Κτίσης απ' την Ανατολή και τους Γνωστικούς - και μπορούμε φυσικά να αναλύσουμε διεξοδικά τη χημική του σύσταση, τη γεωπονική του ταυτότητα και ούτω καθεξής· όμως -περιττό να το πούμε- είναι αδύνατον να «συλλάβει» κανείς το αμύγδαλο πλήρως, αν δεν το έχει γευθεί. Το πραγματικό της γεύσης δεν συμβολίζεται, δεν είναι μεταδόσιμο μέσω της γλώσσας. Οπότε, είναι επίσης αδύνατον να μιλήσεις γι' αυτό που λείπει από εκείνον του οποίου η λογοτεχνική γεύση αποδεικνύεται ανάπηρη. Διότι αυτό που λείπει είναι, παράλληλα, αυτό που λείπει εξ υποθέσεως απ' τη σκηνή της γλώσσας. Ετσι οι πιο κακορίζικες μορφές αστοχίας διαιωνίζονται ατιμωρητί.

Οι τελευταίες ευδοκιμούν χάριν της αυταπάτης ότι η εξασφάλιση μιας πιστής κάτοψης της εξωτερικότητας του αντικειμένου θα ισοδυναμούσε με την ευτυχισμένη γνώση της ποιότητάς του. Επιπλέον, αυτό συνιστά μιαν έμμεση ομολογία ότι το αντικείμενο υπολογίζεται ως κάτι νεκρό. Θυμάστε όλοι, ασφαλώς, τον Δρα Ντάνκαν Μακ Ντάγκαλ που ζύγισε, λέει, την ψυχή και αποφάνθηκε ότι το βάρος της ισούται με 30
gr
. Απαξ και το ρίγος της μουσικής που εκπέμπει το λογοτεχνικό σώμα αφήνει το υποκείμενο απαθές, αυτό υιοθετεί, βαθμιαία, ως αντιληπτικό δεκανίκι, την ελπίδα ότι θα αποκτήσει προόσβαση στη σαγήνη του πράγματος διά νεκροτομής, δηλαδή μετρώντας τις τιμές των αμινοξέων με τη χρήση μεθόδων ιατροδικαστικής έμπνευσης και μόνον.

Ας ειπωθεί παρεμπιπτόντως ότι πολλοί απ' όσους αδυνατούν να ενδώσουν στην αποπλάνηση των ποιητικών κειμένων δεν στερούνται της πονηριάς που απαιτείται για να συνειδητοποιήσουν ότι βρίσκονται ριζικά αποκλεισμένοι από ένα πλεονέκτημα που ούτε διδάσκεται ούτε μπορεί κανείς να το υπεξαιρέσει με τακτικούς ελιγμούς, όπως συμβαίνει, εδώ που τα λέμε, και με την αίσθηση του χιούμορ - άλλο πελώριο έλλειμμα! Και να γιατί ο φθόνος που διαχέεται σαν ραδιενεργό κατάλοιπο στο περιβάλλον του λογοτεχνικού μας οικοσυστήματος, παρουσιάζει τέτοια έξαρση, αναμφίβολα επιδημική.

1. Ασφαλώς όχι όλοι - εννοείται! Αυταπόδεικτο είναι το μεσουράνημα λαμπρών εξαιρέσεων. Και δεν είναι λίγες. Θα επανέλθω.

'





7 - 24/12/2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου